εξερευνητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξερευνητής εξερευνητές
γενική εξερευνητή εξερευνητών
αιτιατική εξερευνητή εξερευνητές
κλητική εξερευνητή εξερευνητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξερευνητής < εξερευνώ + -της

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξερευνητής αρσενικό (θηλυκό: εξερευνήτρια)

  • αυτός που ταξιδεύει σε ξένους ή άγνωστους (και συχνά άγριους) τόπους για μελέτη, για να ανακαλύψει πληροφορίες για αυτούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]