εξεταστήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξεταστήριο < εξετάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξεταστήριο ουδέτερο

  1. ο χώρος ή το κτίριο που γίνονται εξετάσεις
  2. (ειδικότερα) ο μερικά ή πλήρως απομονωμένος χώρος σε γραφείο γιατρού που περιέχει τα απαραίτητα για να εξετάζεται ο ασθενής
    το εξεταστήριο χωριζόταν από το υπόλοιπο γραφείο μόνο με ένα χαμηλό παραβάν

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]