εξεταστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξεταστικός εξεταστική εξεταστικό
γενική εξεταστικού εξεταστικής εξεταστικού
αιτιατική εξεταστικό εξεταστική εξεταστικό
κλητική εξεταστικέ εξεταστική εξεταστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξεταστικοί εξεταστικές εξεταστικά
γενική εξεταστικών εξεταστικών εξεταστικών
αιτιατική εξεταστικούς εξεταστικές εξεταστικά
κλητική εξεταστικοί εξεταστικές εξεταστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξεταστικός < αρχαία ελληνική ἐξεταστικός < ἐξετάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξεταστικός, -ή, -ό

  1. που είναι μέρος μιας εξέτασης
    εξεταστική περίοδος
  2. που συμβάλλει σε μια εξέταση
    εξεταστικό βλέμμα


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]