εξευγενίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξευγενίζω < ελληνιστική κοινή ἐξευγενίζω < εὐγενίζω < αρχαία ελληνική εὐγενής (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ennoblir)

Ρήμα[επεξεργασία]

εξευγενίζω

  1. κάνω καλύτερο, βελτιώνω
  2. (προφορικό) μαθαίνω σε κάποιον να είναι ευγενής και να φέρεται ευγενικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]