εξευτελίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σύνθετο: ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω < ἐξ + εὐτελής < εὖ + τέλος)

Open book 01.svg Ρήμα[]

εξευτελίζω ( & (λαϊκότροπο) ξευτελίζω και ξεφτιλίζω) (παθητ. φωνή: εξευτελίζομαι)

  1. (για πρόσωπα) φέρομαι με απόλυτη περιφρόνηση απέναντι σε κάποιον, προκαλώ την ηθική του μείωση, ταπείνωση.
    Μίλησε μπροστά σε όλο τον κόσμο για τα ελλείμματα στο ταμείο του. Τον εξευτέλισε μπροστά στους συναδέλφους του αλλά και τους πελάτες.
  2. για αφηρημένες έννοιες ή για αντικειμενα: τα μειώνω, ρίχνω την αξία τους, τη σημασία τους
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς:
μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική. (Κ .Καβάφης, "Οσο Μπορείς")

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]