Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξευτελίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐξευτελίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξευτελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω[1][2] < ἐξ + εὐτελίζω < αρχαία ελληνική εὐτελής < εὖ + τέλος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.kse.fteˈli.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εξευτελίζω

εξευτελίζω, αόρ.: εξευτέλισα, παθ.φωνή: εξευτελίζομαι, π.αόρ.: εξευτελίστηκα, μτχ.π.π.: εξευτελισμένος

  1. (μεταβατικό) (για πρόσωπα) φέρομαι με απόλυτη περιφρόνηση απέναντι σε κάποιον, προκαλώ την ηθική του μείωση, ταπείνωση
    παράδειγμα Μίλησε μπροστά σε όλο τον κόσμο για τα ελλείμματα στο ταμείο του. Τον εξευτέλισε μπροστά στους συναδέλφους του αλλά και τους πελάτες.
  2. (μεταβατικό) (για αφηρημένες έννοιες ή για αντικείμενα) τα μειώνω, ρίχνω την αξία τους, τη σημασία τους
      1913 Κωνσταντίνος Καβάφης, Όσο μπορείς
    Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς:
    μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
    Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την
    στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία
    ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εξευτελίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. εξευτελίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)