Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξευτελιστικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξευτελιστικός η εξευτελιστική το εξευτελιστικό
      γενική του εξευτελιστικού της εξευτελιστικής του εξευτελιστικού
    αιτιατική τον εξευτελιστικό την εξευτελιστική το εξευτελιστικό
     κλητική εξευτελιστικέ εξευτελιστική εξευτελιστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξευτελιστικοί οι εξευτελιστικές τα εξευτελιστικά
      γενική των εξευτελιστικών των εξευτελιστικών των εξευτελιστικών
    αιτιατική τους εξευτελιστικούς τις εξευτελιστικές τα εξευτελιστικά
     κλητική εξευτελιστικοί εξευτελιστικές εξευτελιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξευτελιστικός < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.kse.fte.li.stiˈkos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

εξευτελιστικός

  1. που εξευτελίζει, προσβλητικός
      Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, [] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
    Πανσέληνος Αλέξης, Ο κουτσός άγγελος, αρχική δημοσίευση από τις εκδόσεις Κέδρος: (2002), [ηλεκτρονικό βιβλίο], εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, ISBN 9786180328189, @google.gr/books
  2. πάρα πολύ μικρός
    έχει μεγάλη ανάγκη και πουλάει το αυτοκίνητό του σε εξευτελιστική τιμή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]