εξευτελιστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξευτελιστικός < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]εξευτελιστικός
- που εξευτελίζει, προσβλητικός
- ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
- Πανσέληνος Αλέξης, Ο κουτσός άγγελος, αρχική δημοσίευση από τις εκδόσεις Κέδρος: (2002), [ηλεκτρονικό βιβλίο], εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, ISBN 9786180328189, @google.gr/books
- ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
- πάρα πολύ μικρός
- έχει μεγάλη ανάγκη και πουλάει το αυτοκίνητό του σε εξευτελιστική τιμή