εξηκοστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξηκοστός εξηκοστή εξηκοστό
γενική εξηκοστού εξηκοστής εξηκοστού
αιτιατική εξηκοστό εξηκοστή εξηκοστό
κλητική εξηκοστέ εξηκοστή εξηκοστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξηκοστοί εξηκοστές εξηκοστά
γενική εξηκοστών εξηκοστών εξηκοστών
αιτιατική εξηκοστούς εξηκοστές εξηκοστά
κλητική εξηκοστοί εξηκοστές εξηκοστά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξηκοστός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

εξηκοστός, -ή, -ό

  1. το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό εξήντα (60)
  2. ο ένας από τους εξήντα ίσους όρους ενός συνόλου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]