εξημερώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξημερώνω < εξ- + ήμερος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξημερώνω

  1. κάνω κάποιον από άγριο ήμερο
    η μουσική εξημερώνει τα ήθη

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξημερώνω < εξ- + ημέρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξημερώνω

  1. ξημερώνω