Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξιλεώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξιλεώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξιλεώνω < αρχαία ελληνική ἐξιλεῶ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.xi.leˈo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εξιλεώνω

εξιλεώνω (μεταβατικό), αόρ.: εξιλέωσα, παθ.φωνή: εξιλεώνομαι, π.αόρ.: εξιλεώθηκα, μτχ.π.π.: εξιλεωμένος

  1. (συνήθως μεσοπαθητική) απαλλάσσω από αμάρτημα, σφάλμα ή ενοχή
      1937 Πηνελόπη Δέλτα, Στὰ μυστικὰ τοῦ βάλτου, Κεφάλαιο ΚΓ΄
    Δὲν ἔχω ἄλλο φαγὶ στὸ σπίτι, εἶπε, σὰ νὰ ζητοῦσε νὰ ἐξιλεωθεῖ γιὰ τὸ ἀπλοϊκὸ ἀλλὰ ἄφθονο γεῦμα.
  2. (σπάνιο) καταπραΰνω κάποιον που είναι οργισμένος
     συνώνυμα: κατευνάζω, εξευμενίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]