εξοικειωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξοικειωμένος εξοικειωμένη εξοικειωμένο
γενική εξοικειωμένου εξοικειωμένης εξοικειωμένου
αιτιατική εξοικειωμένο εξοικειωμένη εξοικειωμένο
κλητική εξοικειωμένε εξοικειωμένη εξοικειωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξοικειωμένοι εξοικειωμένες εξοικειωμένα
γενική εξοικειωμένων εξοικειωμένων εξοικειωμένων
αιτιατική εξοικειωμένους εξοικειωμένες εξοικειωμένα
κλητική εξοικειωμένοι εξοικειωμένες εξοικειωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξοικειωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξοικειώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξοικειωμένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]