εξομολογητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξομολογητικός η εξομολογητική το εξομολογητικό
      γενική του εξομολογητικού της εξομολογητικής του εξομολογητικού
    αιτιατική τον εξομολογητικό την εξομολογητική το εξομολογητικό
     κλητική εξομολογητικέ εξομολογητική εξομολογητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξομολογητικοί οι εξομολογητικές τα εξομολογητικά
      γενική των εξομολογητικών των εξομολογητικών των εξομολογητικών
    αιτιατική τους εξομολογητικούς τις εξομολογητικές τα εξομολογητικά
     κλητική εξομολογητικοί εξομολογητικές εξομολογητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξομολογητικός < εξομολογώ + -τικός

Επίθετο[επεξεργασία]

εξομολογητικός

  1. (θρησκεία) που έχει σχέση με την εξομολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) εξομολογητική: (θρησκεία) μάθημα της θεολογικής σχολής που αγορά στο μυστήριο της εξομολογήσεως

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]