εξομολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξομολογώ < μεταγενέστερη ελληνική ἐξομολογῶ < ἐξ + ὁμολογῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.mɔ.lɔ.ˈɣɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξομολογώ (παθητικό: εξομολογούμαι)

  1. τελώ το μυστήριο της εξομολόγησης
  2. (μεταφορικά) παροτρύνω κάποιον να μου αποκαλύψει τις σκέψεις του ή προσωπικά του μυστικά για να ανακουφιστεί, παίζω το ρόλο του εξομολογητή

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]