εξοπλισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξοπλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εξοπλίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]εξοπλισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη εξοπλίζω
εξοπλισμένος, -η, -ο