εξοπλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξοπλισμός εξοπλισμοί
γενική εξοπλισμού εξοπλισμών
αιτιατική εξοπλισμό εξοπλισμούς
κλητική εξοπλισμέ εξοπλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξοπλισμός < από το μεταγενέστερο ἐξοπλισμός. < Από το ρήμα ἐξοπλίζω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εξοπλισμός αρσενικό

Χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]