Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξοπλισμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐξοπλισμός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εξοπλισμός οι εξοπλισμοί
      γενική του εξοπλισμού των εξοπλισμών
    αιτιατική τον εξοπλισμό τους εξοπλισμούς
     κλητική εξοπλισμέ εξοπλισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξοπλισμός < εξοπλίζω, θέμα εξοπλισ- + -μός. Διαφορετικό το μεσαιωνικό ἐξοπλισμός (γεωργικό εργαλείο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.kso.pliˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εξοπλισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εξοπλισμός αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) ο εφοδιασμός με όπλα, με πολεμικό υλικό
    παράδειγμα  Aγορά νέων όπλων για εξοπλισμό του στρατού μας.
  2. (στρατιωτικός όρος) τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα, το σύνολο του πολεμικού υλικού
    παράδειγμα  χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό
  3. (μεταφορικά) ο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα
    παράδειγμα  H κατασκευή του νοσοκομείου τελείωσε δεν έχει όμως ακόμα αρχίσει ο εξοπλισμός του.
      Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
    Κώστας Α. Δαμιανίδης, Ξυλοναυπηγική, Δελτίο Στοιχείου Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Υπουργείο Πολιτισμού, 30 Μαΐου 2013 /
  4. (μεταφορικά) το σύνολο των αντικειμένων που είναι απαραίτητα σε κάτι
    παράδειγμα  τεχνολογικός εξοπλισμός

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια