εξοπλισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξοπλισμός < εξοπλίζω, θέμα εξοπλισ- + -μός. Διαφορετικό το μεσαιωνικό ἐξοπλισμός (γεωργικό εργαλείο)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.kso.pliˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐ξο‐πλι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εξοπλισμός αρσενικό
- (στρατιωτικός όρος) ο εφοδιασμός με όπλα, με πολεμικό υλικό
Aγορά νέων όπλων για εξοπλισμό του στρατού μας.
- (στρατιωτικός όρος) τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα, το σύνολο του πολεμικού υλικού
χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό
- (μεταφορικά) ο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα
H κατασκευή του νοσοκομείου τελείωσε δεν έχει όμως ακόμα αρχίσει ο εξοπλισμός του.- ※ Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
- (μεταφορικά) το σύνολο των αντικειμένων που είναι απαραίτητα σε κάτι
τεχνολογικός εξοπλισμός
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] (μεταφορικά) το σύνολο των αντικειμένων
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Πηγές
[επεξεργασία]- εξοπλισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εξοπλισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)