εξοπλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξοπλισμός εξοπλισμοί
γενική εξοπλισμού εξοπλισμών
αιτιατική εξοπλισμό εξοπλισμούς
κλητική εξοπλισμέ εξοπλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξοπλισμός < από το μεταγενέστερο ἐξοπλισμός. < Από το ρήμα ἐξοπλίζω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξοπλισμός αρσενικό

Χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]