εξορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξορία οι εξορίες
      γενική της εξορίας των εξοριών
    αιτιατική την εξορία τις εξορίες
     κλητική εξορία εξορίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξορία < εξορίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.ˈɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξορία θηλυκό

  1. Εξορία ονομάζεται η απομάκρυνση, εν είδει ποινής, κάποιου από την περιοχή ή το κράτος στο οποίο μένει, χωρίς να επιτρέπεται να επιστρέψει.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]