εξουδετερωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξουδετερωμένος εξουδετερωμένη εξουδετερωμένο
γενική εξουδετερωμένου εξουδετερωμένης εξουδετερωμένου
αιτιατική εξουδετερωμένο εξουδετερωμένη εξουδετερωμένο
κλητική εξουδετερωμένε εξουδετερωμένη εξουδετερωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξουδετερωμένοι εξουδετερωμένες εξουδετερωμένα
γενική εξουδετερωμένων εξουδετερωμένων εξουδετερωμένων
αιτιατική εξουδετερωμένους εξουδετερωμένες εξουδετερωμένα
κλητική εξουδετερωμένοι εξουδετερωμένες εξουδετερωμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουδετερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξουδετερώνω

Μετοχή[επεξεργασία]

εξουδετερωμένος, -η, -ο

  1. που έχει εξουδετερωθεί
  2. (μεταφορικά) σκοτωμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]