εξουσιοδοτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουσιοδοτώ < εξουσία + -ο- + -δοτώ (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική autoriser)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksu.si.ɔ.ðɔ.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξουσιοδοτώ (παθητική φωνή: εξουσιοδοτούμαι)

  1. (νομικός όρος) δίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες
  2. (νομικός όρος) δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να υπογράψει επίσημα έγγραφα ή να εκτελέσει μια συναλλαγή αντί για μένα· του υπογράφω μια εξουσιοδότηση
  3. (νομικός όρος) μεταβιβάζω μια αρμοδιότητα σε κάποιον αφαιρώντας την από άλλον που την είχε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]