εξοφλήσεις

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[edit]

εξοφλήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
  2. θα εξοφλήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξοφλώ

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[edit]

εξοφλήσεις θηλυκό

  1. εξόφληση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού