εξπρές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξπρές < γαλλική exprès < λατινική expressus < exprimo (εκθλίβω) < ex (έξω) + primo (πιέζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξπρές ουδέτερο άκλιτο

  1. μεταφορικό μέσο, που πηγαίνει γρήγορα χωρίς να σταματάει σε ενδιάμεσες στάσεις ή σταθμούς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]