εξτρεμιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξτρεμιστής εξτρεμιστές
γενική εξτρεμιστή εξτρεμιστών
αιτιατική εξτρεμιστή εξτρεμιστές
κλητική εξτρεμιστή εξτρεμιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξτρεμιστής < γαλλικά extremiste < extrezmo- < *exterezemo- < *exterisemo-, από λατινικά exter +‎ -issimus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξτρεμιστής αρσενικό

  1. ονομάζεται ο άνθρωπος ο οποίος υποστηρίζει ή εφαρμόζει ακραίες απόψεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]