εξυπνάκιας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξυπνάκιας εξυπνάκηδες
γενική εξυπνάκια εξυπνάκηδων
αιτιατική εξυπνάκια εξυπνάκηδες
κλητική εξυπνάκια εξυπνάκηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξυπνάκιας < έξυπνος + -άκιας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξυπνάκιας αρσενικό

  • (οικείο) αυτός που θέλει να κάνει τον έξυπνο λέγοντας ανοησίες/σαχλαμάρες/εξυπνάδες ή/και καπελώνοντας/παραγκωνίζοντας τους άλλους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]