εξωθώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξωθώ < αρχαία ελληνική ἐξωθέω / ἐξωθῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pousser)
Ρήμα
[επεξεργασία]εξωθώ (παθητική φωνή: εξωθούμαι)
- ωθώ με βία και προς τα έξω
- ※ Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 )
- (μεταφορικά) πιέζω κάποιον να κάνει κάτι που δεν θέλει ή κάτι που θα έχει άσχημα αποτελέσματα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εξωθώ | εξωθούσα | θα εξωθώ | να εξωθώ | εξωθώντας | |
| β' ενικ. | εξωθείς | εξωθούσες | θα εξωθείς | να εξωθείς | (εξώθει) | |
| γ' ενικ. | εξωθεί | εξωθούσε | θα εξωθεί | να εξωθεί | ||
| α' πληθ. | εξωθούμε | εξωθούσαμε | θα εξωθούμε | να εξωθούμε | ||
| β' πληθ. | εξωθείτε | εξωθούσατε | θα εξωθείτε | να εξωθείτε | εξωθείτε | |
| γ' πληθ. | εξωθούν(ε) | εξωθούσαν(ε) | θα εξωθούν(ε) | να εξωθούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εξώθησα | θα εξωθήσω | να εξωθήσω | εξωθήσει | ||
| β' ενικ. | εξώθησες | θα εξωθήσεις | να εξωθήσεις | εξώθησε | ||
| γ' ενικ. | εξώθησε | θα εξωθήσει | να εξωθήσει | |||
| α' πληθ. | εξωθήσαμε | θα εξωθήσουμε | να εξωθήσουμε | |||
| β' πληθ. | εξωθήσατε | θα εξωθήσετε | να εξωθήσετε | εξωθήστε | ||
| γ' πληθ. | εξώθησαν εξωθήσαν(ε) |
θα εξωθήσουν(ε) | να εξωθήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω εξωθήσει | είχα εξωθήσει | θα έχω εξωθήσει | να έχω εξωθήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις εξωθήσει | είχες εξωθήσει | θα έχεις εξωθήσει | να έχεις εξωθήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει εξωθήσει | είχε εξωθήσει | θα έχει εξωθήσει | να έχει εξωθήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε εξωθήσει | είχαμε εξωθήσει | θα έχουμε εξωθήσει | να έχουμε εξωθήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε εξωθήσει | είχατε εξωθήσει | θα έχετε εξωθήσει | να έχετε εξωθήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν εξωθήσει | είχαν εξωθήσει | θα έχουν εξωθήσει | να έχουν εξωθήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)