εξωλέμβιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική εξωλέμβιος εξωλέμβια εξωλέμβιο
γενική εξωλέμβιου εξωλέμβιας εξωλέμβιου
αιτιατική εξωλέμβιο εξωλέμβια εξωλέμβιο
κλητική εξωλέμβιε εξωλέμβια εξωλέμβιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξωλέμβιοι εξωλέμβιες εξωλέμβια
γενική εξωλέμβιων εξωλέμβιων εξωλέμβιων
αιτιατική εξωλέμβιους εξωλέμβιες εξωλέμβια
κλητική εξωλέμβιοι εξωλέμβιες εξωλέμβια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωλέμβιος < έξω + λέμβος + -ιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξωλέμβιος -α, -ο

  1. (ναυτικός όρος): κινητήρας που ανήκει σε λέμβο (βάρκα) ή μεγαλύτερο σκάφος και φέρεται εξωτερικά.
    εξωλέμβιος κινητήρας, εξωλέμβια μηχανή, εξωλέμβιο μοτέρ

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]