εξωπραγματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξωπραγματικός εξωπραγματική εξωπραγματικό
γενική εξωπραγματικού εξωπραγματικής εξωπραγματικού
αιτιατική εξωπραγματικό εξωπραγματική εξωπραγματικό
κλητική εξωπραγματικέ εξωπραγματική εξωπραγματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξωπραγματικοί εξωπραγματικές εξωπραγματικά
γενική εξωπραγματικών εξωπραγματικών εξωπραγματικών
αιτιατική εξωπραγματικούς εξωπραγματικές εξωπραγματικά
κλητική εξωπραγματικοί εξωπραγματικές εξωπραγματικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωπραγματικός < εξω- + πραγματικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irréel

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.pɾa.ɣma.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.pɾa.ɣma.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.pɾa.ɣma.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

εξωπραγματικός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα
  2. που δεν ισχύει
  3. που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]