εξωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική εξωτικός εξωτική εξωτικό
γενική εξωτικού εξωτικής εξωτικού
αιτιατική εξωτικό εξωτική εξωτικό
κλητική εξωτικέ εξωτική εξωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξωτικοί εξωτικές εξωτικά
γενική εξωτικών εξωτικών εξωτικών
αιτιατική εξωτικούς εξωτικές εξωτικά
κλητική εξωτικοί εξωτικές εξωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωτικός < γαλλική exotique < ελληνιστική ἐξωτικός (από άλλη οικογένεια)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξωτικός αρσενικό

  1. η μακρινή χώρα
  2. που προέρχεται από μακρινή χώρα / ασυνήθιστος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]