εξόρμηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξόρμηση εξορμήσεις
γενική εξόρμησης
& εξορμήσεως
εξορμήσεων
αιτιατική εξόρμηση εξορμήσεις
κλητική εξόρμηση εξορμήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξόρμηση < ελληνιστική κοινή ἐξόρμησις < αρχαία ελληνική ἐξορμάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξόρμηση θηλυκό

  1. η ενέργεια του εξορμώ
  2. η επίθεση, η έφοδος
  3. (μεταφορικά), (γλαφυρά) η πορεία, δυνητικά περιπετειώδης· διαδρομή που εμπεριέχει ρίσκο και κίνδυνο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]