εξώγαμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξώγαμος εξώγαμη εξώγαμο
γενική εξώγαμου εξώγαμης εξώγαμου
αιτιατική εξώγαμο εξώγαμη εξώγαμο
κλητική εξώγαμε εξώγαμη εξώγαμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξώγαμοι εξώγαμες εξώγαμα
γενική εξώγαμων εξώγαμων εξώγαμων
αιτιατική εξώγαμους εξώγαμες εξώγαμα
κλητική εξώγαμοι εξώγαμες εξώγαμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξώγαμος < έξω + γάμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξώγαμος, -η, -ο

  1. (κοινωνιολογία): αυτός, -ή, -ό που προέρχεται ή αναφέρεται σε εξωγαμία
  2. (για σεξουαλική σχέση ή επαφή) που συμβαίνει εκτός γάμου
    εξώγαμη σχέση, εξώγαμη συνουσία
  3. (για παιδί) που γεννιέται εκτός γάμου
    εξώγαμο τέκνο
  4. (για περιουσία) που αποκτάται εκτός γάμου
    εξώγαμο απόκτημα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]