εξώπορτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξώπορτα οι εξώπορτες
      γενική της εξώπορτας
    αιτιατική την εξώπορτα τις εξώπορτες
     κλητική εξώπορτα εξώπορτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξώπορτα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξώπορτα θηλυκό

  1. η εξωτερική πόρτα από την οποία μπαίνει κανείς σε ένα κτήριο, μια αυλή κλπ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]