εξώπορτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξώπορτα εξώπορτες
γενική εξώπορτας
αιτιατική εξώπορτα εξώπορτες
κλητική εξώπορτα εξώπορτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξώπορτα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξώπορτα θηλυκό

  1. η εξωτερική πόρτα από την οποία μπαίνει κανείς σε ένα κτήριο, μια αυλή κλπ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]