επίγονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίγονος επίγονοι
γενική επιγόνου επιγόνων
αιτιατική επίγονο επιγόνους
κλητική επίγονε επίγονοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίγονος
  1. μεταγενέστερος κάποιου, διάδοχος.
  2. συνεχιστής του έργου των πρωταγωνιστών μιας σημαντικής περιόδου ή πνευματικού, κοινωνικού κλπ κινήματος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίγονος αρσενικό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]