επίδοση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίδοση επιδόσεις
γενική επίδοσης
& επιδόσεως
επιδόσεων
αιτιατική επίδοση επιδόσεις
κλητική επίδοση επιδόσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίδοση < αρχαία ελληνική ἐπίδοσις < ἐπιδίδωμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίδοση θηλυκό, (καθαρεύουσα) ἐπίδοσις

  1. το μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας προσπάθειας
  2. η οποιαδήποτε επίμονη ενασχόληση
  3. αθλητική επιτυχία, ρεκόρ
  4. (νομικός όρος), (οικονομία): η παράδοση (εγχείριση) στον αποδέκτη ενός εγγράφου δικαστικού, διοικητικού ή οικονομικού χαρακτήρα
  5. (μηχανολογία): η ισχύς ενός κινητήρα, μιας μηχανής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]