επίκεντρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίκεντρο επίκεντρα
γενική επικέντρου
& επίκεντρου
επικέντρων
& επίκεντρων
αιτιατική επίκεντρο επίκεντρα
κλητική επίκεντρο επίκεντρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίκεντρο < ελληνιστική κοινή ἐπίκεντρον, ουδέτερο του ἐπίκεντρος < ἐπί + αρχαία ελληνική κέντρον < κεντέω / κεντῶ (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épicentre· 3. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική epicenter)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈpi.kεn.dɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίκεντρο ουδέτερο

  1. κάτι που βρίσκεται στο κέντρο
  2. (γεωλογία) το σημείο της γήινης επιφάνειας που βρίσκεται ακριβώς από πάνω (σε κατακόρυφη διάταξη από το υπόκεντρο της σεισμικής εστίας
  3. (μεταφορικά) το κεντρικό, το βασικό σημείο μιας δραστηριότητας, ενέργειας, ενδιαφέροντος κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]