επίκτητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπίκτητος, Επίκτητος, Ἐπίκτητος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίκτητος < αρχαία ελληνική ἐπίκτητος < ἐπί + κτάομαι, -ῶμαι + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

επίκτητος, -η, -ο

  1. που αποκτήθηκε εκ των υστέρων
    οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται


Μεταφράσεις[επεξεργασία]