επίπεδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίπεδο επίπεδα
γενική επιπέδου επιπέδων
αιτιατική επίπεδο επίπεδα
κλητική επίπεδο επίπεδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίπεδο < επίπεδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.pɛ.ðɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίπεδο ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει
  2. (μεταφορικά) σπουδαιότητα, σημαντικότητα
    Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.

Τα κύρια επίπεδα του σώματος είναι τρία:

  1. το οβελιαίο το οποίο χωρίζει το σώμα σε αριστερό και δεξί μέρος
    αγγλικά : sagittal, γαλλικά : sagittal (fr) αρσενικό, sagittalle (fr) θηλυκό
  2. το μετωπιαίο που χωρίζει το σώμα σε πρόσθιο και οπίσθιο
    αγγλικά : frontal, γαλλικά : apparent
  3. το εγκάρσιο (οριζόντιο) που χωρίζει το σώμα σε άνω και κάτω μέρος
    αγγλικά : transverse, γαλλικά : transversal


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

επίπεδο