επίπεδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίπεδο επίπεδα
γενική επιπέδου επιπέδων
αιτιατική επίπεδο επίπεδα
κλητική επίπεδο επίπεδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίπεδο < επίπεδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.pɛ.ðɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίπεδο ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει
  2. (μεταφορικά) σπουδαιότητα, σημαντικότητα
    Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

επίπεδο