Μετάβαση στο περιεχόμενο

επίπεδο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επίπεδο τα επίπεδα
      γενική του επιπέδου
& επίπεδου
των επιπέδων
    αιτιατική το επίπεδο τα επίπεδα
     κλητική επίπεδο επίπεδα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επίπεδο, ουδέτερο του επίπεδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπεδον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈpi.pe.ðo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επίπεδο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

επίπεδο ουδέτερο

  1. (γεωμετρία) η λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει
  2. η στάθμη
    παράδειγμα  το επίπεδο του νερού
  3. το ύψος όπου βρίσκεται κάτι σε μια ιεραρχική κλίμακα
    παράδειγμα  μια χώρα με ψηλό βιοτικό επίπεδο
      Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 )
  4. (μεταφορικά) η σπουδαιότητα, η σημαντικότητα
    παράδειγμα  Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

επίπεδο

Αναφορές

[επεξεργασία]