επίπεδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | επίπεδο | τα | επίπεδα |
| γενική | του | επιπέδου & επίπεδου |
των | επιπέδων |
| αιτιατική | το | επίπεδο | τα | επίπεδα |
| κλητική | επίπεδο | επίπεδα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επίπεδο, ουδέτερο του επίπεδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπεδον
- για σύγχρονες και μεταφορικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική niveau ή από την αγγλική level [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eˈpi.pe.ðo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πί‐πε‐δο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επίπεδο ουδέτερο
- (γεωμετρία) η λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει
- η στάθμη
το επίπεδο του νερού
- το ύψος όπου βρίσκεται κάτι σε μια ιεραρχική κλίμακα
μια χώρα με ψηλό βιοτικό επίπεδο- ※ Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 )
- (μεταφορικά) η σπουδαιότητα, η σημαντικότητα
Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]επίπεδο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ επίπεδο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα επί- (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)