επίπτωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίπτωση επιπτώσεις
γενική επίπτωσης
& επιπτώσεως
επιπτώσεων
αιτιατική επίπτωση επιπτώσεις
κλητική επίπτωση επιπτώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίπτωση < ελληνιστική κοινή ἐπίπτωσις < αρχαία ελληνική ἐπιπίπτω < ἐπί + πίπτω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική incidence)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίπτωση θηλυκό

  • επίδραση (συχνά με αρνητική έννοια)
    η αύξηση του τουρισμού έχει θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]