επίρρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίρρωση επιρρώσεις
γενική επίρρωσης
& επιρρώσεως
επιρρώσεων
αιτιατική επίρρωση επιρρώσεις
κλητική επίρρωση επιρρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίρρωση < ἐπίρρωσις < ἐπιρρωνύω < ἐπί + ρωννύω (=ισχύω, ενδυναμώνω, τονώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίρρωση θηλυκό

  1. ενίσχυση
  2. ενδυνάμωση
    Ο λόγος που επικαλέστηκε εις επίρρωση αυτού του αιτήματος ήταν ότι...
  3. (μεταφορικά) επιβεβαίωση
    προς επίρρωση των λόγων τους

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]