επίσημος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επίσημος επίσημη επίσημο
γενική επίσημου επίσημης επίσημου
αιτιατική επίσημο επίσημη επίσημο
κλητική επίσημε επίσημη επίσημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επίσημοι επίσημες επίσημα
γενική επίσημων επίσημων επίσημων
αιτιατική επίσημους επίσημες επίσημα
κλητική επίσημοι επίσημες επίσημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίσημος < αρχαία ελληνική ἐπίσημος < ἐπί + σῆμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰyeh₂- (σημειώνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.si.mɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επίσημος, -η, -ο

  1. που έχει δημόσιο και ίσως πανηγυρικό χαρακτήρα και διαστάσεις
  2. εορταστικός
  3. που είναι κατάλληλος για ξεχωριστή στιγμή

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]