επίσκεψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : επίστεψη, επισκευή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίσκεψη επισκέψεις
γενική επίσκεψης
& επισκέψεως
επισκέψεων
αιτιατική επίσκεψη επισκέψεις
κλητική επίσκεψη επισκέψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίσκεψη < αρχαία ελληνική ἐπίσκεψις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίσκεψη θηλυκό

  1. το να πάει κάποιος (ή να έρθει) σε κάποιον και η παραμονή μαζί του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]