επίτηδες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίτηδες< αρχαία ελληνική ἐπίτηδες < ομηρικό ἐπιτηδές

Επίρρημα[επεξεργασία]

επίτηδες και εξεπίτηδες, ξεπίτηδες

  • ηθελημένα, με συγκεκριμένο σκοπό ή για συγκεκριμένο λόγο και όχι κατά λάθος ή τυχαία

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]