επίτροπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίτροπος επίτροποι
γενική επιτρόπου επιτρόπων
αιτιατική επίτροπο επιτρόπους
κλητική επίτροπε επίτροποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίτροπος < αρχαία ελληνική ἐπίτροπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική commissaire)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίτροπος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]