επίχρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επίχρισμα τα επιχρίσματα
      γενική του επιχρίσματος των επιχρισμάτων
    αιτιατική το επίχρισμα τα επιχρίσματα
     κλητική επίχρισμα επιχρίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίχρισμα < ελληνιστική κοινή ἐπίχρισμα < χρῖσμα < χρίω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίχρισμα ουδέτερο

  1. επίχριση
  2. υλικό με το οποίο καλύπτεται μια επιφάνεια
  3. σοβάς
  4. σοβάτισμα
  5. (ιατρική) επιφανειακό στρώμα από διάφορες ουσίες, που καλύπτει εξωτερικά κάποια όργανα του σώματος (γλώσσα κ.ά.)
  6. (μεταφορικά) η «επιφάνεια», σε αντίθεση με το «βάθος» και την ουσία ενός πράγματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]