επί τη βάσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επί τη βάσει < (καθαρεύουσα ἐπὶ τῇ βάσει) ἐπί, (τῇ) βάσει (δοτική ενικού του βάσις → δείτε τις λέξεις επί και βάση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Έκφραση[επεξεργασία]

επί τη βάσει

  • (λόγιο) με βάση κάτι, σύμφωνα με κάτι
    δεν μπορούμε να κρίνουμε επί τη βάσει των όσων γνωρίζουμε

Συνώνυμα[επεξεργασία]