επί τούτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επί τούτω < ἐπὶ τούτῳ < ἐπί & τούτῳ δοτική ενικού ουδετέρου του οὗτος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Έκφραση[επεξεργασία]

επί τούτω και επί τούτοις

  1. για το σκοπό αυτό
    συγκροτήθηκε μια επί τούτω επιτροπή
  2. επίτηδες
    δε νομίζω πως το έκανε επί τούτω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • λατινικά: ad hoc με χρήση και στα ελληνικά

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]