επαγγελματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επαγγελματικός η επαγγελματική το επαγγελματικό
      γενική του επαγγελματικού της επαγγελματικής του επαγγελματικού
    αιτιατική τον επαγγελματικό την επαγγελματική το επαγγελματικό
     κλητική επαγγελματικέ επαγγελματική επαγγελματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επαγγελματικοί οι επαγγελματικές τα επαγγελματικά
      γενική των επαγγελματικών των επαγγελματικών των επαγγελματικών
    αιτιατική τους επαγγελματικούς τις επαγγελματικές τα επαγγελματικά
     κλητική επαγγελματικοί επαγγελματικές επαγγελματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαγγελματικός < επαγγελματίας + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

επαγγελματικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με ένα επάγγελμα ή αυτόν που το ασκεί, τον επαγγελματία
    δίπλωμα επαγγελματικής οδήγησης
    έχω στις 10 ένα επαγγελματικό ραντεβού
  2. (ειδικότερα) (για εργαλείο) που είναι αρκετά δυνατός, ανθεκτικός ή παραγωγικός και χρησιμοποιείται κυρίως από επαγγελματίες
     αντώνυμα: οικιακός
  3. που γίνεται με γνώση του αντικειμένου και υπευθυνότητα
    το φινίρισμα στο έπιπλο αυτό δείχνει επαγγελματική δουλειά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]