επαναδραστηριοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επαναδραστηριοποίηση οι επαναδραστηριοποιήσεις
      γενική της επαναδραστηριοποίησης
& επαναδραστηριοποιήσεως
των επαναδραστηριοποιήσεων
    αιτιατική την επαναδραστηριοποίηση τις επαναδραστηριοποιήσεις
     κλητική επαναδραστηριοποίηση επαναδραστηριοποιήσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναδραστηριοποίηση < ἐπαναδραστηριοποίησης < ἐπανα + δραστηριοποίησις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επαναδραστηριοποίηση θηλυκό

  1. αναδραστηριοποίηση, δραστηριοποίηση εκ νέου, η έξοδος από την αδράνεια (ατόμου, τομέα, επιχείρησης)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]