επανακύκλωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επανακύκλωση επανακυκλώσεις
γενική επανακύκλωσης
& επανακυκλώσεως
επανακυκλώσεων
αιτιατική επανακύκλωση επανακυκλώσεις
κλητική επανακύκλωση επανακυκλώσεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(η) επανακύκλωση θηλυκό

  1. (αεροπορικός όρος) αναγκαστικός κύκλος του αεροπλάνου πάνω από το αεροδρόμιο
  2. πολλαπλή ανακύκλωση· ανακύκλωση προϊόντων που έχουν κατασκευαστεί από ανακυκλωμένα υλικά


Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ενίοτε συγχέεται με την ανωκύκλωση: χρήση (μετάχρηση) ανακυκλώσιμων υλικών για την κατασκευή ακριβότερων προϊόντων· τα υλικά πρέπει να διατηρήσουν έστω μερικώς την αρχική τους μορφή· πχ αν λιώσουν έχουμε κοινή ανακύκλωση.