επαναλαμβανόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επαναλαμβανόμενος επαναλαμβανόμενη επαναλαμβανόμενο
γενική επαναλαμβανόμενου επαναλαμβανόμενης επαναλαμβανόμενου
αιτιατική επαναλαμβανόμενο επαναλαμβανόμενη επαναλαμβανόμενο
κλητική επαναλαμβανόμενε επαναλαμβανόμενη επαναλαμβανόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαναλαμβανόμενοι επαναλαμβανόμενες επαναλαμβανόμενα
γενική επαναλαμβανόμενων επαναλαμβανόμενων επαναλαμβανόμενων
αιτιατική επαναλαμβανόμενους επαναλαμβανόμενες επαναλαμβανόμενα
κλητική επαναλαμβανόμενοι επαναλαμβανόμενες επαναλαμβανόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναλαμβανόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επαναλαμβάνομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επαναλαμβανόμενος, -η, -ο

  1. που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές
    ακουγόταν ένας περίεργος επαναλαμβανόμενος θόρυβος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]