επαναπατριζόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναπατριζόμενος < → λείπει η ετυμολογία

Μετοχή[επεξεργασία]

επαναπατριζόμενος

  1. που μόλις γύρισε στην πατρίδα
  2. που βρίσκεται στον δρόμο προς την πατρίδα
  3. που δύναται να επιστρέψει στην πατρίδα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]