επαναφορτιζόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική επαναφορτιζόμενος επαναφορτιζόμενη επαναφορτιζόμενο
γενική επαναφορτιζόμενου επαναφορτιζόμενης επαναφορτιζόμενου
αιτιατική επαναφορτιζόμενο επαναφορτιζόμενη επαναφορτιζόμενο
κλητική επαναφορτιζόμενε επαναφορτιζόμενη επαναφορτιζόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαναφορτιζόμενοι επαναφορτιζόμενες επαναφορτιζόμενα
γενική επαναφορτιζόμενων επαναφορτιζόμενων επαναφορτιζόμενων
αιτιατική επαναφορτιζόμενους επαναφορτιζόμενες επαναφορτιζόμενα
κλητική επαναφορτιζόμενοι επαναφορτιζόμενες επαναφορτιζόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναφορτιζόμενος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επαναφορτιζόμενος, -η, -ο

  • που μπορεί να φορτιστεί πολλαπλές φορές, είτε με την αφαίρεση της μπαταρίας και τη φόρτισή της είτε συνδέοντας το αντικείμενο με ειδικό φορτιστή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]