επαναχρησιμοποιούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επαναχρησιμοποιούμενος επαναχρησιμοποιούμενη επαναχρησιμοποιούμενο
γενική επαναχρησιμοποιούμενου επαναχρησιμοποιούμενης επαναχρησιμοποιούμενου
αιτιατική επαναχρησιμοποιούμενο επαναχρησιμοποιούμενη επαναχρησιμοποιούμενο
κλητική επαναχρησιμοποιούμενε επαναχρησιμοποιούμενη επαναχρησιμοποιούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαναχρησιμοποιούμενοι επαναχρησιμοποιούμενες επαναχρησιμοποιούμενα
γενική επαναχρησιμοποιούμενων επαναχρησιμοποιούμενων επαναχρησιμοποιούμενων
αιτιατική επαναχρησιμοποιούμενους επαναχρησιμοποιούμενες επαναχρησιμοποιούμενα
κλητική επαναχρησιμοποιούμενοι επαναχρησιμοποιούμενες επαναχρησιμοποιούμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναχρησιμοποιούμενος < επαν- + χρησιμοποιούμενος

Μετοχή[επεξεργασία]

επαναχρησιμοποιούμενος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]