επανδρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επανδρωμένος επανδρωμένη επανδρωμένο
γενική επανδρωμένου επανδρωμένης επανδρωμένου
αιτιατική επανδρωμένο επανδρωμένη επανδρωμένο
κλητική επανδρωμένε επανδρωμένη επανδρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επανδρωμένοι επανδρωμένες επανδρωμένα
γενική επανδρωμένων επανδρωμένων επανδρωμένων
αιτιατική επανδρωμένους επανδρωμένες επανδρωμένα
κλητική επανδρωμένοι επανδρωμένες επανδρωμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επανδρωμένος